Ορολογία | << Προηγούμενη Σελίδα | Σελίδα 10 | Επόμενη Σελίδα >>
Ορολογία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
--- Σ ---
Σιδεράκια
Ειδικές συσκευές που χρησιμοποιούνται για να ευθυγραμμίσουν τα δόντια στο οδοντικό τόξο.
+ Μάθετε περισσότερα
Στεφάνη ή θήκη
Διαδικασία αποκατάστασης του δοντιού, όπου κατασκευάζεται τεχνητή μύλη και τοποθετείται στο δόντι για να προστατευτεί από τερηδόνα ή σπάσιμο.
Στίλβωση
Διαδικασία γυαλίσματος των δοντιών, γίνεται από τον οδοντίατρο.
Στήριγμα
Το δόντι που χρησιμοποιείται για να στηριχτεί μια γέφυρα.
Στροφή
Όταν το δόντι έχει στραφεί γύρω από τον επιμήκη άξονα του.
Σύντηξη δοντιών
Προκύπτει από την συνένωση δύο γειτονικών δοντιών κατά την διάπλασή τους. Μπορεί να αφορά όλο το μήκος ή μόνο τις μύλες ή μόνο τις ρίζες.
Συνωστισμός
Η κατάσταση στην οποία λόγω ελλείψεως χώρου τα δόντια βρίσκονται σε ανώμαλη θέση και έχουν χάσει τα κανονικά σημεία επαφής τους.
--- Τ ---
Τεταρτημόριο
Στην οδοντιατρική, ο όρος χρησιμοποιείται για να ορίσει την νοητή διαίρεση της άνω και κάτω γνάθου σε 4 μέρη, ξεκινώντας από την διχοτόμο γραμμή του οδοντικού τόξου και τελειώνοντας στο τελευταίο δόντι στο πίσω μέρος του στόματος.
Τεχνητή οδοντοστοιχία
Συσκευή που τοποθετείται στο στόμα και αναπληρώνει την φυσική οδοντοστοιχία.
Τερηδόνα
Πάθηση των σκληρών ιστών του δοντιού που καταστρέφει τα δόντια και αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία αποστήματος. Κύρια αιτία της τερηδόνας είναι η πλάκα και τα βακτήρια που ζουν μέσα σε αυτήν. Τα βακτήρια χρησιμοποιούν τα σάκχαρα των τροφών και παράγουν οξέα τα οποία διαβρώνουν την επιφάνεια, το σμάλτο των δοντιών αδαμαντίνη). Αν δεν αντιμετωπιστεί, όλο και περισσότερα οξέα παράγονται που δημιουργούν τελικά μία τρύπα (κοιλότητα) στο δόντι (τερηδόνα), που αντιμετωπίζεται με το σφράγισμα.
Τομείς
Κοινώς οι κοπτήρες.
Τοπική αναισθησία
Ένεση που γίνεται σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος και προκαλεί αναισθησία τοπική.